Γενιά του Prozac

Προσπαθώ μέρες να νιώσω καλά
Μια ακατάσχετη ανάγκη μου να εξαγριωθώ με τα πάντα στα οποία δίνω προσοχή
με έχει γονατίσει.
Θέλω να παραμελήσω οτιδήποτε έστω και ισχνά μου προκαλεί ηδονή.
Το μυαλό μου έχει κατακλυστεί από ολόμαυρες σκέψεις και είναι εκεί κάθε μέρα, όλο και πιο πολλές
που όμως μου αποπνέουν έναν ειλικρινή και πρωτόγνωρο αισθησιασμό, που με κάνουν να εθίζομαι.
Στοχαστικοί πότες με χρεοκοπημένα ιδανικά, ελεύθερα θηρία και φτωχοδιάβολοι!
Κουρασμένοι εραστές και απογοητευμένες υπάρξεις, φλογισμένα άδεια κεφάλια και απραξία.
Τα πρωινά είναι πιο δύσκολα. Πιο μοναχικά ίσως είναι όμως τα μεσημέρια, εκεί που η καλοκαιρινή ραστώνη φτάνει στο απόγειό της. Τότε είναι που φουντώνει μέσα μου αυτό το μίσος για την φτηνή και επιφανειακή αισθητική του μετρίου, αυτή η αηδία για το πώς περνούν οι ημέρες σκοτώνοντάς τες ήρεμα και εργατικά με τον άτολμο τρόπο ζωής μου.
Εκείνη την ώρα της μέρας νιώθω πάντα την βαθύτερη θλίψη, τρέχουν τα περισσότερα δάκρυα, πέφτω σε αυτό το φριχτό κενό της λύπης και της θανάσιμης ηρεμίας.
Με δελεάζει εκείνη η κόλαση της απόλυτης στέρησης και απομόνωσης από οποιαδήποτε ανθρώπινη σχέση μου και κυρίως από εκείνον.
Τα μεσημέρια τα υψηλά και ευγενή ιδανικά μου για τη ζωή πέφτουν από τον 13ο όροφο ενός ουρανοξύστη και εγώ η ίδια ρέπω προς την μοναδική μεν αλλά ευτελή, ηλίθια και δειλή διέξοδο που θα επέφερε το άδοξο και αισχρό τέλος.
Σιχαίνομαι τις σκέψεις μου, το γούστο μου, τις αντιλήψεις μου, αυτά με τα οποία είχα λάμψει κάποτε ως προικισμένη και αξιαγάπητη νέα, τώρα μου φαίνονται στερημένα πραγματικού νοήματος και έπεται η έσχατη παραίτηση.
Τα βράδια και κυρίως τις νύχτες του σαββάτου, που εκ βαθέων σιχαίνομαι,όλη η αστική Γη βγαίνει για να διασκεδάσει, για να νιώσει την ολιγόωρη λύτρωση του πενθήμερου βιασμού της,ενώ εγώ συνήθως δουλεύω. Χιλιάδες, εκατομμύρια σκέψεις περνάνε από το μυαλό μου για τους ανθρώπους. Για εκείνα τα πλάσματα με τη μηδαμινή ορμή ζωής, τα φοβισμένα και έντρομα για κάθε ξεγύμνωμα του εαυτού τους που ο καθένας πλέον μπορεί να κατευθύνει. Για εκείνους που τοποθέτησαν στην θέση της εξουσίας την πλειοψηφία και στη θέση της βίας τον νόμο.
Σκέφτομαι πόσο με ενοχλεί η σπουδαιοφάνεια των επιστημών, η χυδαία ψεύτικη έννοια της θρησκείας, της γαμημένης οικογένειας και της αόρατης πατρίδας.
Σκέφτομαι πόσο θέλω από τα βάθη της καρδιάς μου αυτήν την άθλια και αθέμιτη έξοδο κινδύνου αντί για την αέναη και πραγματική δυστυχία που έχει γεμίσει τις ζωές μας.
Άλλοτε τα βράδια αντικρίζω τον σκοτεινό κόσμο των ενστίκτων μου, την πιο σκληρή και ακατέργαστη φύση μου που ουδεμία σχέση έχει με αγιότητα, πνεύμα και βάθος.
Τότε η μοναξιά και η ανεξαρτησία γίνονται σκοπός και επιθυμία  ταυτόχρονα όμως μοίρα και καταδίκη του νεανικού μου παιχνιδιού που τόσο παρήγορα με στηρίζει σε κάθε ήττα

έχω γνωρίσει κατά καιρούς ευτυχισμένες στιγμές , έχω περάσει σπάνια λεπτά απόλυτης ευτυχίας μαζί του με μια συγκλονιστική και ανείπωτη ομορφιά που όμως κατέληξαν σε μια σύντομη αναλαμπή και έφυγαν. όπως θα φύγει κι αυτός, όπως θα φύγω εγώ, όπως θα φύγουν και φεύγουν, πάντα,  όλοι.

-Woody

Γιατί έτσι μεγαλώσαμε

Αστείρευτη πηγή έμπνευσης δεν είναι ο έρωτας ,το πάθος ,τα λάθη τα ταξίδια .

Ποτέ δεν ήταν !

Αστείρευτη πηγή έμπνευσης ,ήταν εκείνο το παρατημένο στρώμα ,που το αγκάλιαζε ένα πολυφορεμένο παλιό πουκάμισο και μια τρύπια βερμούδα .

Αναζητούσε διαρκώς τον φτωχό ιδιοκτήτη του,

Οδός ερέχθεως γωνία .

Εκείνο το «μη σταθμευετε» πάνω σε μια μπλέξει καγκελόπορτα ,που το έκρυβε ένα όμορφο γερασμένο Γιασεμή.

Εκείνος ο λογαριασμός της ΕΥΔΑΠ που στόλιζε άναρχα την γραφική ξύλινη πόρτα σε ένα παρατημένο σπίτι παλιακό

Κάπου στα Αναφιωτικα .

Εκείνο το μελαχρινό παιδάκι με το αυτοσχέδιο ραβδί ή και ξίφος ,που το κυνηγούσε μια μάνα γλυκιά και νέα ,στη μέση της Αθήνας·

Αλλά αυτό

Χαμπάρι .

Όλα αυτά λοιπόν ,που έχουν μια τόσο έντονη αντίφαση ,που κανείς δεν μπορεί να ορίσει την ομορφιά τους .

Σαν ένα ποίημα τόσο αντιλυρικό αλλά τόσο εκφραστικό .

Γιατί ,τι παριστάνει εκείνο το βρώμικο στρώμα ,στη μέση μιας τόσο γραφικής πλατείας ;

Πως τολμά εκείνο το άσχημο «μη σταθμευετε»να στέκεται περήφανα δίπλα στο Γιασεμή ;

Τι κάνει αυτός ο τυποποιημένος λογαριασμός σε μια -γεμάτη αναμνήσεις- πόρτα ;

Πως αυτή η τόσο αφελής και τρυφερή ηλικία με ψεύτικα ραβδιά και ξίφη ,να καταλήγει σε μια τόσο άχαρη -γεμάτη ρωγμές και ξύδια- εφηβεία ;

Γιατί η μαμά δεν τρέχει πια ;

Και γιατί ακόμα τα παιδιά δεν περνούν χαμπάρι ;

Γιατί…

Γιατί μάθαμε να μιλάμε βιαστικά ,να δουλεύουμε βιαστικά ,να τρώμε βιαστικά να καπνίζουμε βιαστικά, να γαμάμε βιαστικά ,να κοιταζόμαστε βιαστικά ,να κάνουμε όνειρα βιαστικά ,να αγκαλιάζουμε βιαστικά, να κάνουμε έρωτα βιαστικά

Μα κυρίως·

Γιατί μάθαμε να ζούμε και να αγαπάμε βιαστικά. Μέχρι να ξεχάσουμε πως είναι να ζούμε και να αγαπάμε πραγματικά

Κέρα-

Παράνοιες,ξεσπάσματα, παιδιά εγκλωβισμένα.

Πολλά μα πολλά ,υπερβολικά άπειρα συναισθήματα.
Όταν τον βλέπει δεν μπορεί να σταματήσει να αισθάνεται.
δεν μπορεί να σταματήσει να νιώθει την ωκυτοκίνη να εκτοξεύεται, την αδρεναλίνη στο αίμα της να ρέει.
Δεν μπορεί να απεξαρτηθεί από τις ατέλειωτες ώρες θλίψης που τόσο γενναιόδωρα της προσφέρει ούτε όμως και από τα ελάχιστα λεπτά απόλυτης,καθαρής,ατόφιας ευτυχίας του.
Είναι εθιστικός. κάπως αντισυμβατικά και ασυνήθιστα, αλλά είναι.
Κι εκείνη αγαπά την κόντρα τους, τους τσακωμούς και τις συγκρούσεις, την αγαπά αυτήν την ένταση, την κάνει να εθίζεται όλο και πιο πολύ και όλο και πιο συχνά.
Κάποιες φορές που αναπνέει δίπλα του και είναι ευτυχισμένη, ο αέρας επαρκεί και περισσεύει στον χώρο.
Άλλες πάλι απλώνεται τόσο, που την κάνει να πνίγεται και να χάνει.
χάνει τον έλεγχο και κατ’επέκταση φεύγει ή υποχωρεί, αλλά άτακτα, όπως ακριβώς της  ταιριάζει.

πολλά μα πολλά , υπερβολικά και άπειρα μπερδεμένα συναισθήματα.
Κοιμάται μαζί του και νιώθει ατέρμονη χαρά
άλλοτε ξαπλώνει δίπλα του και αισθάνεται φυλακισμένη. Έγκλειστη και δέσμια μιας κατάστασης που από καιρό προσπαθεί να απωθήσει, να αφήσει πίσω και να προχωρήσει.
Μα τίποτα δεν ευνοεί αυτό το σχέδιο απόδρασης γαμώτο!
Καμία συνθήκη , κανέναν timing
Τίποτα από όσα κάνει δεν μπορούν να την αποδεσμεύσουν τελείως από εκείνον.
πάντα το μυαλό της θα τρέχει για λίγο πίσω σε αυτόν! Για λίγα λεπτά , για λίγα δευτερόλεπτα μέσα στην ημέρα –και κάθε μέρα- .
Λατρεύει να διαβάζει και να αγγίζει τα βιβλία του, ενθουσιάζεται με κάθε σκέψη του και αγνοεί αυτά που οι άλλοι της λένε. Επιδεικτικά και αντιδραστικά.
Λατρεύει να τον κοιτάει και να χαζεύει τις κινήσεις του, παρατηρεί πάντα πως ελίσσεται μες τον χώρο, ανυπομονεί για την χαρά του και λυπάται με την λύπη του γιατί αυτό και ‘κείνη ξέρει καλύτερα να κάνει.
Είναι εραστές περίεργοι που ενίοτε βγαίνουν κρυφά για να μην τους δει κανείς ή τρέχουν φανερά για να το μάθουν επιτέλους όλοι.
Είναι παιδιά ανήσυχα που αναζητούν την ολοκλήρωση μέσα από βιβλία, συγγνώμες και ταξίδια .

Τον απεχθάνεται!
τον μισεί εξίσου βαθιά ίσως.
Τον σιχαίνεται όταν την κάνει να σιχαίνεται τον εαυτό της, όταν την αφήνει πίσω, όταν  διπλοκλειδώνει τις φυλακές του, όταν υψώνει τεράστια τείχη για να προστατευτεί.
Δεν θέλει να την αγγίζει ή να την χαϊδεύει γιατί της προκαλεί πόνο
δεν θέλει να την κοιτάει, να της μιλάει, δεν θέλει να ακούει την φωνή του.
Επαναστάτη μου,
αυτή που είναι χαζή, τις πιο κρυφές σας ώρες σου ψιθύριζε,
«πως την εξοργίζουν όσα λες και πως την θυμώνουν οι τάσεις φυγής σου.
Σου εξηγούσε πως όταν μένει μόνη της ,κουβαλάει την θύμηση σου σαν μία ακόμα αλυσίδα που της πέρασαν στον λαιμό με μοναδικό σκοπό να την κρατάς ,κι εσύ όπως κι οι «άλλοι» ,σταθερή κυνική και ελέγξιμη πάνω στον πλανήτη αυτόν.
Ότι δολοφονείς ψυχρά και με κάθε ευκαιρία την ρομαντική αισθητική της
Ότι περπατάς αγκαλιά με την ελευθερία της στο απέναντι πεζοδρόμιο και ούτε που γυρνάς να της ρίξεις ένα βλέμμα γιατί δεν είναι αρκετή, δεν είναι πάντα ενδιαφέρουσα κι ότι αυτό την πληγώνει. Πολύ και συνέχεια.
Ότι δεν της λείπεις γιατί δεν έμαθε ποτέ να ζει μαζί σου
Ότι σε μισεί που την έκανες να αισθάνεται αναλώσιμη και αντικαταστάσιμη.
ότι απεχθάνεται τις αγκαλιές και τα φιλιά σου, ότι πρέπει να κάψει αναμνήσεις για να ζεσταθεί και να νιώσει πάλι ευτυχισμένη, αλλιώς θα πεθάνει.

Αλλά ξέρω ‘γώ, κι αν το μίσος δεν είναι τα σαρκοβόρα κατάλοιπα αγάπης μας τι άλλο μπορεί να είναι ;

Σου παραδέχτηκε τέλος πάντων
ότι σε φοβάται γιατί είσαι το άπιαστο, το ανεκπλήρωτο, το ανικανοποίητο.
ότι πέρασε καιρός και πρέπει να φύγει.
Επειδή πάντα αυτό κάνει, επειδή μόνο αυτό θέλει!
Επειδή τίποτα από αυτά δεν θυμίζει έρωτα αλλά μια αέναη, αδιάκοπη και συνεχή παράνοια!»

-Woody

Κραυγή στα πέρατα
Μην αργείς. Γιατί ώσπου να ‘ρθείς, θα περπατήσω όλη την Υδρόγειο του πόνου μου. Θα περπατήσω όλα τ’ αγκάθια, κι όλους τους γκρεμούς. Γιατί να περιμένω είναι σαν να πεθαίνω. Γι’αυτό. Μην αργείς. -Μ.Λ

απομόνωση




Περνάνε οι μέρες και έχεις αρχίσει να φρικάρεις. Έχεις σταματήσει να μετράς τις εξαρτήσεις σου στα δάχτυλα του ενός χεριού.
Και έχεις βάλει στο παιχνίδι και το δεύτερο.
Ο φόβος κι η τρομοκρατία τους έχουν αρχίσει να σε παρενοχλούν. να σε αγγίζουν σε μέρη που δεν θα ‘πρεπε, σε μέρη που δεν έχουν το δικαίωμα να εισβάλλουν, σε μέρη που ανέκαθεν βρισκόταν ο στόχος.
Παίρνεις ανάσα!
Ανοίγεις τα μάτια σου το πρωί και βλέπεις τους ίδιους τέσσερις τοίχους να κοιτούν  το ίδιο απειλητικά.
Κάθε πρωί είσαι πιο λίγη από χθες
Κάθε πρωί το ίδιο βράχνιασμα στην φωνή ,η ίδια μυρωδιά στην ανάσα, η ίδια γεύση, τα ίδια συναισθήματα.
Κάθε μέρα κάνεις εκατοντάδες, χιλιάδες, εκατομμύρια σκέψεις.
Πάντα το ίδιο γοητευτικό αδιέξοδο της θλίψης , πάντα  αυτό το εθιστικό κενό που καταλήγουν όταν κάνουν θόρυβο πέφτοντας στον πάτο .

Όμως η ψυχρή λογική τους προστάζει ψυχραιμία.
Ψυχραιμία και καταστολή στα χρόνια της πανδημίας.
Μην αισθάνεσαι, μην αντιδράς, μην μετακινείσαι. Μην διαμαρτύρεσαι και μην φωνάζεις!
Μην σκέφτεσαι , μην αγαπάς, μην διεκδικείς.


-Καλησπέρα σας, αιτούμαι να μιλήσω τώρα σε κάποιον υπεύθυνο του Υπουργείου ανθρωπιάς και πάταξης της ματαιοδοξίας! Η κατάσταση έχει εκτροχιαστεί!  
-Αν δεν αποχωρήσετε ήσυχα και μόνοι σας, θα αναγκαστώ να φωνάξω την ασφάλεια του κτηρίου.
-Δεν μπορείτε να καταπατάτε βασικές πανανθρώπινες αξίες δεν το καταλαβαίνετε; Είναι οξύμωρο και εκ διαμέτρου αντίθετο με τον πρωταρχικό σας σκοπό.
-Οι ιδέες σας δεν μας ενδιαφέρουν κύριέ μου, περάστε έξω!

Σπίτι.
Μπαίνω και βλέπω τον καθρέφτη.
Με κοιτάω, με ξανακοιτάω. Δεν θυμάμαι κι εγώ  ακριβώς ποια ήμουν πριν από αυτήν την απομόνωση.
Με κοιτάει κι ο σκύλος.
Βγαίνουμε στο μπαλκόνι, βγάζω ένα πακέτο με έτοιμα τισγάρα.
Το ακουμπάω πάνω στο κάγκελο κι εκείνος κοντοστέκεται ακριβώς δίπλα.
Ακούμε μόνο ήχους από συναγερμούς, σκουπιδιάρικα και μηχανάκια.
Ήχους από παντζούρια που κλείνουν, από πόρτες και από το θρόισμα των φύλλων που προκαλεί ο μελαγχολικός ανοιξιάτικος αέρας.

Ακούμε όλους αυτούς τους ήχους των αστικών προαστίων  που άλλοτε δεν ενοχλούν τόσο γιατί καλύπτονται από γέλια και φωνές παιδιών που περπατάνε στον δρόμο σε παρέες.
Χωρίς αριθμητικό περιορισμό. Χωρίς παράνοιες και ηλίθιες περιπολίες δήθεν ευυπόληπτων μπάτσων.
Αλλά τώρα , σε συνδυασμό με αυτήν την ψυχασθενική ηρεμία με  ενοχλούν.
Και μάλιστα πολύ.
Ενοχλούν τα αυτιά μου , την εφηβική αισθητική μου, το δικαίωμα μου να πεθάνω όπως θέλω εγώ κι όχι όπως θέλουν αυτοί.
Μια μέρα με ήλιο κοντά σε θάλασσα και όχι από μοναξιά σε δωμάτιο 2×2.
Ενοχλεί την ανάγκη μου να εξερευνήσω την πόλη μου και να ερωτευτώ πάλι περπατώντας σε κάποιον δρόμο της.

Αν ακούσεις λίγο προσεκτικότερα στις γύρω πολυκατοικίες θα διακρίνεις και τον πιο σιχαμένο απ’όλους στον κόσμο ήχο.
είναι ο ήχος των κλειδιών των συνειδήσεων.
αυτό το κροτάλισμα μου προκαλεί μίσος κι απέχθεια αλλά το ακούω όλο και πιο συχνά από τους γείτονες γύρω μου.
Συνήθως συνοδεύεται από την ανοιχτή σε ειδήσεις τηλεόραση του εκάστοτε νοικοκυριού
και περιλαμβάνει την μείωση της έντασης του ήχου της.
Πράξη ιεροτελεστίας .
Είναι εκείνη η μοναδική στιγμή του ανθρώπου που πουλάει την ψυχή του και το ελάχιστον εναπομείναν μυαλό του στους εξουσιαστές του.
Σε αυτούς τους αιμοδιψείς βρικόλακες που του εγγυήθηκαν πως η ευτυχία πηγάζει από το χρήμα και ρούφηξαν τις τελευταίες σταγόνες της ανθρωπιάς του.
Σε εκείνους που του στέρησαν κάθε άξια ηδονή και χαρά για την πραγματική, ζωντανή, με κόκκαλα και οστά, ζωή.
Σε εκείνους που σε σκότωναν μέρα με την μέρα ανθρωπάκο μου, και έπειτα σε πέταγαν πεθαμένο –πια- σε κάποιο γκρουπ ψυχανάλυσης να μιλάς για την σαπίλα τους σαν να είναι κεκτημένο σου.
Σε αυτούς που για χιλιάδες χρόνια σου φέρονται σαν τον τελευταίο τροχό της αμάξης.
Αυτόν τον ήχο τον σιχαίνομαι τέλος πάντων.
Και εγώ και ο Darko δηλαδή.
Κάποια στιγμή μου εκμυστηρεύτηκε πως άξιζε να χάσει την ακοή του μόνο και μόνο για να μην ξανακούσει ποτέ μα ποτέ αυτόν τον ήχο
Και εγώ του είπα πως τον καταλαβαίνω αλλά  δεν ξέρω αν το άκουσε.


Σβήνω το τσιγάρο στο τασάκι.
Οι σύγχρονες υπερπολυτελείς φυλακές υψίστης ασφαλείας σας, σας εύχονται «καλό βράδυ!»
Μπαίνουμε μέσα, κλείνουμε κι εμείς πατζούρια .
Τραβάω την κουρτίνα και χαμηλώνω λίγο το ράδιο .
Ξαπλώνουμε.
Γλύψιμο στη μούρη.
10 : 30
Ξύπνημα.  Ξανά!
Ευτυχισμένο νέο μεσαίωνα!
-Woody

Αποθήκες ψυχών

Αποθήκες ψυχών γιναν οι πόλεις.
Γεμάτες άδειους ανθρώπους με κενές συνειδήσεις, ζωντανούς νεκρούς με σακατεμενα μυαλα και προσωπικές φυλακές
Συνηθίσαμε ο καθένας να παλεύει με τους δικούς του δαίμονες αδιαφορώντας για των άλλων και έτσι χάσαμε.
Χάσαμε το νόημα του να μοιράζεσαι, να αγκαλιάζεις, να δίνεσαι, να λερώνεσαι, να σκοντάφτεις και να ξανατρεχεις.
Δειλιασαμε, τα παρατήσαμε, περιμέναμε μέρες για να ζήσουμε και εποχές για να ερωτευτουμε, ώρες για να σχολασουμε και λεφτά για να χαρούμε τεχνητά.

Σταματήσαμε να ονειρευομαστε, να ελπίζουμε, να επαναστατούμε.
Θαψαμε την ευτυχία μας για χάρη εκείνων των βολικων συμβιβασμων που μας πλασαραν ως «ωραίους».
Αναστησαμε τους φόβους μας και κάναμε τα σώματα μας «απέραντα νεκροταφεία δολοφονημενων επιθυμιών»

Έχεις μπλέξει και συ σε αυτόν τον κυκεώνα.
Έλα να σου δείξω πως τα παραταμε και τρέχουμε μακριά από όλα. Φωνάζοντας πως είμαστε ένα βήμα πιο κοντά στην ελευθερία. Εκείνη την ελευθερία που αναζητάς και συ και γω και μερικοί ακόμη μόνο.
Έλα να σου δείξω πως ζούνε οι άνθρωποι σε μερικά σοκάκια της πολης
Έλα να σου δείξω πως ζουν τα καλοκαιρινά θέατρα τον χειμώνα.
Πως ζουν εκεί μέσα οι μαριονέτες οι παλιατσοι, οι ακροβάτες.
Έλα να σου δείξω πως ζουν οι ζωντανοί τις μεγάλες τους ώρες.
Στα σπίτια τους και στους δρόμους
Με φίλους και μόνοι
Νηφαλιοι και λιποθυμοι.
Έλα να σου δείξω πόσο ωραίο είναι να κλαίμε και να γελάμε την ίδια στιγμή, στο ίδιο μέρος, με τους ίδιους ανθρώπους
Έλα να πεθάνουμε και να ξαναγεννηθουμε πιο νέοι.
Έλα να τα ζήσουμε όλα ανάποδα!
«Σε παρακαλώ μην χαρίσεις και συ την ψυχή σου στο υπόγειο αυτής της πόλης»

-Woody

Καλώς ήρθες στο τσιμπούσι μας

Σας σιχαινόμουν και σας σιχαίνομαι ακόμα Όλους εσάς τους αληθινούς ντόμπρους και τίμιους ,που τίποτα δεν έχετε να κρύψετε ,που είσαστε πάντα σωστοί και ηθικοί .Αυτα δε μαρεσουν .Η ψεύτικη παρηγοριά χίλιες φορές πιο αληθινή και ρηξικέλευθη είναι από εσάς .Ουτιδανοι άνθρωποι .Θα ειμαι εδώ και θα ειμαι εδώ λέτε , τόσο καραμέλα που σας έχει γίνει θα σας κάτσει στο λαιμό και θα το χαίρομαι·θα σας κοιτάω άπραγη διότι είστε ένα μάτσο ψεύτες και ως εκεί .Γιατι ώρες ώρες ακόμα και για εμένα εύχομαι να με έσπερνε ο Μορφέας μια και καλή και να μην με ταλάνιζε έτσι ·ο πούστη .2107222333 τηλέφωνο ,Πανεπιστημιακή ψυχιατρική κλινική Αιγινήτειο,είδες ,το ξέρω απέξω και ανακατωτά ,και πάλι ανακατεύομαι .Δεν σας γνώρισα μέσα μου ποτε και ποτά .Μη γυρίσεις να με χαρακτηρίσεις ως τίποτα από όλα αυτά,τα καλά ,τα ηθικά ·γιατί και εσυ -όπως όλοι τους -θα με κρίνεις από μια πράξη ,ένα νευγμα ,ένα σφάλμα και μια επιτυχία αναιρώντας εμένα ως σύνολο .Μην υποκρίνεσαι ,έστω μαζί μου ,γιατί έτσι ειναι .Πες με άλλη μια φορά άνθρωπο και θα καταστρέψω ότι είχαμε και ότι θα έχουμε με τα ίδια μου τα χέρια ·και εσένα ματωμένα ;Καλώς ήρθες τσιμπούσι μας .Και ειμαι υποκρίτρια και ψεύτικη γιατί πλάτες σε κανεναν δεν κατάφερα να κάνω .Ψεμα ψέμα και ένα ψέμα που θα πω σε κάποιον άλλον αργότερα ,μπορεί να είναι και το ίδιο ,ποιος ξέρει ;Και το χειρότερο μου σύμπτωμα είναι ότι ούτε σε εμένα δεν κάνω πλάτες ,τις καλύτερες ερμηνείες δίνω για πάρτυ μου. Ολη τη μέρα η ψυχή μου κουβαλά το σώμα και υπόσχεται πως θα είναι εκεί .Και το βράδυ η ξεπλυμένη ·η ξεδιάντροπη με αφήνει να παλεύω με τον Μορφέα σώμα με σώμα ·όχι ψυχή με ψυχή .Τοσο ουτιδανή ειμαι και εγώ ,τόσο όσο κανεις σας .Δεν φέρω καλό μέσα μου γιατί το πηρα σε ένα μεγάλο βαθμό που δεν κατάφερα να το αφομοιώσω ,μόνο προβλήματα φέρω και ένα μάτσο ανασφάλειες που θαρρείς δεν τις εξωτερικεύω αλλά είμαι τέτοια πουτανα και εγώ που το κάνω έμμεσα,να πάρω την ψυχικη μου ηδονή για λίγο ·και ως εκεί .Γυρνα για άλλη μια φορά γλυκέ μου άντρα και πες μου ποσο διαφέρω ,πόσο καλό έχω μέσα μου ,ποσο πουτανα δεν είμαι και θα δεις ότι και εγώ όμορφη γεννήθηκα και κατάφερα να μου σπάσω το σκατομουτρο μου με τα ίδια μου τα χέρια ·και εσένα ματωμένα·

Καλώς ήρθες στο τσιμπούσι μας. -Κέρα-